Υπόθεση Μπόσμαν| "Το ποδόσφαιρο δεν ανήκει σε κανέναν"

 Είκοσι πέντε χρόνια από την απόφαση στην πολύκροτη υπόθεση Μποσμάν


   Ψάχνοντας στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, στα σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν στις αντίστοιχες ημερομηνίες της τρέχουσας εβδομάδας, δεν μπορούσαμε παρά να σταθούμε στη 15η Δεκεμβρίου του 1995. Το ευρωπαϊκό και κατ' επέκταση το παγκόσμιο ποδόσφαιρο άλλαζε ριζικά εκείνη την ημέρα. Σε συλλογικό επίπεδο. Ήταν η μέρα της απόφασης στην υπόθεση Μποσμάν. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο, που θα άλλαζε πλήρως το εργασιακό ποδοσφαιρικό στάτους. Τα σύνορα άνοιγαν και οι περιορισμοί για τους αλλοδαπούς παίκτες πλέον δεν υπήρχαν. Αξίζει τον κόπο να πάμε πίσω για να δούμε πώς ξεκίνησε, πώς εξελίχθηκε και πού κατέληξε η ιστορία αυτή.

Επαναστάτης με αιτία

   Ο Βέλγος ποδοσφαιριστής Ζαν-Μαρκ Μποσμάν ήταν παίκτης της βελγικής Λιερς (R.F.C. de Lierce), του οποίου το συμβόλαιο είχε λήξει το 1990. Επιθυμούσε να αλλάξει σύλλογο και να μετεγγραφεί στη γαλλική ομάδα Δουνκέρκη (USL Dunkerque). Εντούτοις, η Δουνκέρκη δεν πρόσφερε το ποσό της μετεγγραφής που ζητούσε η Λιερς, με αποτέλεσμα η τελευταία να αρνηθεί την πραγματοποίηση της μετεγγραφής. Στο μεταξύ οι αποδοχές του Μποσμάν είχαν μειωθεί, καθώς δεν ήταν πλέον παίκτης της πρώτης ομάδας. Προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο κατά του άρθρου 17 των κανονισμών της ΦΙΦΑ - που αφορούσε τις μετεγγραφές. Έπειτα από μια πολύχρονη και σκληρή δικαστική διαμάχη κέρδισε την υπόθεση.

   Πριν από την απόφαση αυτήν, οι επαγγελματικοί σύλλογοι των περισσότερων χωρών της Ευρώπης μπορούσαν να εμποδίσουν έναν ποδοσφαιριστή τους να υπογράψει σε άλλο σύλλογο, ακόμα κι όταν έληγε το συμβόλαιό του. Μετά την απόφαση Μποσμάν, ο ποδοσφαιριστής διαπραγματεύεται ελεύθερα, είτε με τον ίδιο είτε με άλλο σύλλογο. Επίσης, έχει το δικαίωμα να υπογράψει προσύμφωνο με άλλο σωματείο, μέχρι κι έξι μήνες πριν από τη λήξη του συμβολαίου του.

   Ο κανονισμός Μποσμάν επέβαλε στις εθνικές ομοσπονδίες των χωρών της Ε.Ε. και στην ΟΥΕΦΑ να προσαρμόσουν τους κανονισμούς τους σχετικά με τους ξένους παίκτες, ώστε να μην αντίκεινται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία. Έτσι, από τους τρεις ξένους, αρχίσαμε να πηγαίνουμε στους 4 στους 5 και πάει λέγοντας.

Η... χιονοστιβάδα

   Η ξενομανία, όπως την αποκαλούν μέχρι σήμερα, κυριάρχησε, και πήρε διαστάσεις χιονοστιβάδας. Ειδικά στην Αγγλία, όπου δεν πέρασαν πολλά χρόνια για να δούμε ομάδες της Πρέμιερ Λιγκ να παρατάσσονται μόνο με αλλοδαπούς παίκτες. Στην Ελλάδα το φαινόμενο έγινε πολύ πιο έντονο στα μέσα της περασμένης δεκαετίας, αλλά παρουσιάζει ύφεση την τελευταία τριετία. Στην Κύπρο, μετά την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άρχισε η σταδιακή αύξηση. Η άποψη που επικρατεί είναι πως οι προηγμένες ποδοσφαιρικά - και οικονομικά από ποδοσφαιρικής άποψης - χώρες βγήκαν κερδισμένες, με τις ψαλίδες να μεγαλώνουν. Σκεφτείτε πώς θα ήταν σήμερα το ποδόσφαιρο αν η Ρεάλ ή η Μπαρσελόνα είχαν τέσσερεις ξένους, αν η Τσέλσι ή η Γιουνάιτεντ έπαιζαν με 18 Άγγλους και τέσσερεις αλλοδαπούς. Πόσο λιγότεροι Βραζιλιάνοι ή Αργεντινοί θα περνούσαν τον Ατλαντικό.

   Η αλλαγή έφερε δύο σχολές σκέψεις. Αυτούς (σαφώς λιγότεροι) τους ρομαντικούς που προτιμούσαν την πιο ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα των συλλόγων στη χώρα, κι αυτούς που χαιρέτησαν και χαιρετούν την αλλαγή. Εμείς εδώ, αν και είμαστε από τις πρώτες χώρες σε χρησιμοποίηση ξένων παικτών, σε βάρος των δικών μας, έχουμε κερδίσει από αυτή την ιστορία. Αλήθεια, αν οι ομάδες μας δεν γέμιζαν με αλλοδαπούς παίκτες θα βλέπαμε ποτέ ευρωπαϊκά όνειρα να πραγματοποιούνται; Μάλλον όχι. Οι συμμετοχές σε ομίλους ευρωπαϊκών διοργανώσεων επετεύχθησαν, σε μεγάλο βαθμό, λόγω ακριβώς της απόκτησης ξένων που ανέβασαν το επίπεδό μας. Φυσικά και με την αύξηση των προϋπολογισμών. Ακόμη και με τις σημερινές διατάξεις πρόκρισης σε ομίλους, με τρεις, άντε τέσσερεις ξένους, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα.

Και μετά οι... Β’

   Η υπόθεση Μποσμάν άγγιξε φυσικά και άλλα αθλήματα. Το μπάσκετ ας πούμε. Πριν μερικά χρόνια, όλες οι ελίτ ομάδες είχαν από 2 αλλοδαπούς. Σύντομα ομάδες παρέτασσαν πεντάδα ακόμη και με πέντε ξένους, ενώ είχαν κι άλλους 2-3 στον πάγκο. Και δεν μιλάμε μόνο για συλλόγους από Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία. Το φαινόμενο απλώθηκε π.χ. σε Ρουμανία, Βουλγαρία και φυσικά σε μας. Από το μπάσκετ προήλθε η επόμενη ανατροπή.

   Στα 1998, η Πολωνέζα μπασκετμπολίστρια Λίλα Μαλάγια προσέφυγε στα δικαστήρια εναντίον της Γαλλικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης επειδή της απαγόρευσε να μετεγγραφεί από τη Νανσί στο Στρασβούργο, το οποίο είχε ήδη δύο ξένες στο ρόστερ του. Οι δικηγόροι της Μαλάγια «πάτησαν» στη συμφωνία που είχε υπογραφεί ανάμεσα στην ΕΕ και στην Πολωνία, η οποία ήταν συνδεδεμένο μέλος εκείνη την εποχή. Τότε καθιερώθηκε η ελεύθερη μετακίνηση και για τους λεγόμενους «κοινοτικούς β' ζώνης».

   Ανάλογη δικαστική επιτυχία είχε και το εγχείρημα των Ρώσων ποδοσφαιριστών Βαλερί Καρπίν και Ιγκόρ Σιμουτένκοφ, που θεωρούνταν «ξένοι» στις ομάδες που αγωνίζονταν στο ισπανικό πρωτάθλημα ώς τον Απρίλιο του 2005, όταν και δικαιώθηκαν στο ευρωπαϊκό δικαστήριο, το οποίο αναγνώρισε το δικαίωμα εργασίας τους σε οποιαδήποτε χώρα-μέλος της ΕΕ, βασιζόμενο στη «συμφωνία Κοτονού», που είχε συνάψει στην ομώνυμη πόλη του Μπενίν η ΕΕ με πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, της Αφρικής και της Καραϊβικής... Πλέον για τους επαγγελματίες αθλητές, οποιασδήποτε χώρας που έχει υπογράψει εμπορική συμφωνία με την ΕΕ, ισχύει ό,τι και για τους πολίτες των χωρών-μελών της ΕΕ.

   Τα διεθνή ποδοσφαιρικά σώματα, η ΟΥΕΦΑ, έκανε κάποιες ενέργειες, προκειμένου να περιορίσει το φαινόμενο. Αλλά και πάλι, στις πλείστες περιπτώσεις προσέκρουε στους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με συμφωνίες μεταξύ των συλλόγων, οι οικείες Ομοσπονδίες, θεσπίζουν εσωτερικούς κανόνες για τον αριθμό των ξένων και των ντόπιων παικτών. Αλλά, αν έστω και ένας σύλλογος αντιταχθεί και προσφύγει στην Ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη, μπορεί να προκαλέσει ανατροπή.

Ο δύσμοιρος σήμερα Μποσμάν

   Ο άνθρωπος που άλλαξε άρδην το ποδόσφαιρο, ο Ζαν-Μαρκ Μποσμάν, δεν κέρδισε τίποτα από αυτή την υπόθεση. Μάλλον έχασε, αφού οι δικαστική διαμάχη μέχρι να κερδίσει την υπόθεση τον ζόρισε πολύ οικονομικά. Όταν, μετά τη λήξη της δικαστικής του διαμάχης, τα φώτα έφυγαν από πάνω του, ξεχάστηκε. Από όλους.

   «Έκανα κάτι που ουδείς άλλος ποδοσφαιριστής τόλμησε. Συνέτριψα το σύστημα της σκλαβιάς και της εξάρτησης, όμως κατέστρεψα τη ζωή μου», παραδέχτηκε σε συνέντευξή του πριν μερικά χρόνια. Η ζωή του πήρε την κάτω βόλτα, κατάντησε αλκοολικός κι έπεσε σε κατάθλιψη. Πέραν αυτό, έμεινε άφραγκος. Ζει με το βοήθημα των 715 ευρώ που του δίνει η βελγική κυβέρνηση, ενώ πολλοί άλλοι πλούτισαν με το επίτευγμά του. Όχι μόνο ποδοσφαιριστές. Όλη η ποδοσφαιρική βιομηχανία επωφελήθηκε.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια